Η καταραμένη φυλή των αναπληρωτών εκπαιδευτικών

Ενας στους επτά έλληνες εκπαιδευτικούς είναι αναπληρωτής. Αν είναι τυχερός και δεν διοριστεί στη Σαντορίνη όπου δεν θα βρίσκει σπίτι, είναι η μόνη ευκαιρία για έναν μαθητή να έχει δάσκαλο ή καθηγητή κάτω των 35 ετών. Οι αναπληρωτές είναι μια «φυλή» που το υπουργείο Παιδείας εκμεταλλεύεται. Και άλλοτε απλώς αγνοεί…

«Ολη τους η ζωή σ’ ένα αμάξι»… είπε η γυναίκα μου, μπαίνοντας στο γκαράζ του πλοίου, ενώ δίπλα μας πάρκαραν αυτοκίνητα φορτωμένα το βιος των αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Ξεκινούσαν από τη Σύρο με προορισμό τον τόπο τοποθέτησής τους, τον οποίο είχαν πληροφορηθεί πριν λίγο. Την επομένη ξεκινούσαν τα σχολεία και πρόλαβαν ασθμαίνοντας το καράβι. «Αν είσαι, βέβαια, τυχερός κι έχεις αυτοκίνητο», συμπλήρωσε εκείνη. Αφήσαμε το λιμάνι κι οι συζητήσεις γύρω μας φούντωσαν. Γνωριζόταν μεταξύ τους, αφού περίμεναν στην ίδια ουρά έξω από τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης Κυκλάδων που εδρεύουν στο νησί. Αθελά μας ωτακουστές παρακολουθήσαμε τις ιστορίες, τις αγωνίες τους και τον ενθουσιασμό. «Μην ανησυχείς για τίποτα», συμβούλεψε ένας «πεπειραμένος» δάσκαλος την νεοπροσληθφείσα, έντρομη νηπιαγωγό που τοποθετήθηκε σ’ ένα απομονωμένο Κυκλαδονήσι. Αυτός δούλευε ήδη έντεκα χρόνια αναπληρωτής. «Τώρα έχεις δουλειά κι όλα θα τακτοποιηθούν. Νέα είσαι, έχεις αντοχές κι από πείρα μου σου λέω ότι καλύτερα θα περάσεις σε μικρό νησί. Εκεί οι άνθρωποι εκτιμούν το δάσκαλο. Τρία χρόνια πριν στη Σαντορίνη, έφτυσα αίμα να βρω σπίτι και τα πάντα πανάκριβα…».

Στη συζήτηση μπήκε μια καθηγήτρια κοντά στα 40, μητέρα τριών παιδιών. Πρόπερσι δούλεψε πρώτη φορά ως αναπληρώτρια, δεκατέσσερα χρόνια μετά το πτυχίο της, πέρυσι δεν τα κατάφερε, φέτος δήλωσε Κυκλάδες. Είναι πολλά τα μόρια του δυσπρόσιτου, θα χρειαστούν, αν και όποτε διοριστεί. «Οι μεγάλοι θα μείνουν με τον άντρα μου και τη μητέρα μου. Την μικρή θα μου την φέρουν, μόλις τακτοποιηθώ. Πάει νηπιαγωγείο φέτος, δεν μπορεί μακριά μου». Ολοι τους ανήκουν στη «φυλή των αναπληρωτών», όπως ένας στους επτά έλληνες εκπαιδευτικούς, μετά από δέκα χρόνια κρίσης και μηδενικών διορισμών. Αποτελούν την μόνη πιθανότητα ένας μαθητής να έχει δάσκαλο ή καθηγητή κάτω των 35 ετών. Εργάζονται δέκα μήνες ανά σχολικό έτος στην καλύτερη περίπτωση και πολλοί απ’ αυτούς μόλις άφησαν εποχιακές δουλειές στον τουρισμό σε κάποιο διπλανό νησί. «Ευτυχώς», λέει ένας, «τοποθετήθηκα σ’ άλλο νησί. Δεν πάει να έχεις γονείς όσους σου αφήνουν πουρμπουάρ το καλοκαίρι».

Σύμφωνα με την πρόσφατη Εκθεση του ΟΟΣΑ (2018) για την Ελληνική Εκπαίδευση, αντιπροσωπεύουν το 14% των εκπαιδευτικών της χώρας, ενός επαγγελματικού σώματος που η Πολιτεία άφησε να γεράσει επικίνδυνα. Κι ας γνωρίζουμε ότι η μικρή διαφορά ηλικίας μεταξύ εκπαιδευτικού – μαθητή αποτελεί σημαντικά ευνοϊκό παράγοντα για τη μάθηση. Από την αρχή της κρίσης επωμίζονται ένα μεγάλο μέρος της σχολικής εκπαίδευσης, πάντα σύμφωνα με την παραπάνω Εκθεση αλλά κι αυτή της ΕΕ (2018) και «εξακολουθούν να είναι υπερβολικά πολλοί στα ελληνικά σχολεία». Οι όροι άσκησης του επαγγέλματός τους όχι μόνο εμποδίζουν την προσωπική και την οικογενειακή τους ζωή – όποια μπορούν να έχουν – αλλά «υπονομεύουν τη συνέχεια και τη βιωσιμότητα της δουλείας που γίνεται στο σχολείο» και, βέβαια, δεν αφήνουν περιθώρια για επαγγελματική εξέλιξη και υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Εναν χρόνο διδάσκουν στη Μύκονο και τον άλλο στην ορεινή Κρήτη, ενώ στην πλειοψηφία τους προέρχονται από την Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα. Δεν είναι δυνατό να αποκτήσουν δεσμούς με τη σχολική κοινότητα, αφού η εκπαίδευση αποτελεί διαδικασία που απαιτεί επίμονη και μακροχρόνια επαφή και συνεργασία δασκάλου και μαθητή, ώστε να αναπτυχθεί αμοιβαία εμπιστοσύνη, σχέση που διευκολύνει σημαντικά τη μαθησιακή διαδικασία και τη διαπαιδαγώγηση. Παρά το γεγονός των πολύ χαμηλών αμοιβών τους, σε αντίθεση με τα υπερβολικά ψηλά έξοδα που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματός τους, αλλά και της χαμηλής κοινωνικής αναγνώρισης που πια αυτό απολαμβάνει, «το 2018 περισσότεροι από 120.000 υποψήφιοι υπέβαλαν αίτηση για τις περίπου 20.000 διαθέσιμες θέσεις (αναπληρωτών) για το σχολικό έτος 2018/2019». Οι λόγοι γνωστοί και κατανοητοί… Είναι ξεκάθαρο ότι καμιά ουσιαστική αλλαγή στην Εκπαίδευση δεν μπορεί να υλοποιηθεί, αν δεν εξασφαλιστεί η σταθερή προσφορά εκπαιδευτικής εργασίας. Οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας αλλά και οι ΔΟΕ-ΟΛΜΕ εδώ και μια δεκαετία δεν έχουν κάνει τίποτα για αυτό, επαναλαμβάνοντας μονότονα ότι «φταίει η κρίση».

Δεν εξηγούν όμως, γιατί ο κανόνας του 1/5 δεν ίσχυσε στην Εκπαίδευση και, βέβαια, δεν ομολογούν ότι οι πραγματικοί λόγοι που δεν έγιναν διορισμοί εκπαιδευτικών σχετίζονται με το γεγονός ότι ουδείς γνωρίζει πόσους πραγματικά χρειαζόμαστε, τι ειδικότητες και πού, αφού κανείς δεν φρόντισε να επαναπροσδιοριστούν οι οργανικές θέσεις καθώς και οι κωδικοί ειδικοτήτων στη δευτεροβάθμια, ενώ όλοι μαζί σαμπόταραν συστηματικά την αξιολόγηση στην Εκπαίδευση. Οπως έχουν αγνοηθεί μέχρι σήμερα και οι προτάσεις του ΟΟΣΑ για τη δημιουργία «ειδικού καθεστώτος απασχόλησης» για τους σημερινούς αναπληρωτές, που μεταβατικά «θα μπορούσε να προσφέρει σταθερή απασχόληση», σε συνδυασμό με την «επέκταση της εισαγωγικής περιόδου ένταξης» με συμβόλαιο ορισμένου χρόνου, «πριν από τη λήψη της ιδιότητας του δημόσιου υπαλλήλου». Ετσι, μπορεί να δρομολογηθούν όλες εκείνες οι διαδικασίες που θα εξασφαλίζουν ότι δεν θα αποδομηθεί ακόμα περισσότερο το εκπαιδευτικό επάγγελμα και μαζί του το ελληνικό σχολείο Πηγή: Protagon.gr